ΤΟ 24HOURS-NEWSGR ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Σαν σήμερα 2 Αυγούστου 216 π.χ. ο μεγάλος Καρχηδόνιος πολέμαρχος Αννίβα Μπάρκα, συντρίβει τις Ρωμαϊκές λεγεώνες στην μάχη των Καννών.

Η μάχη των Καννών ήταν μια από τις μεγαλύτερες ανθρωποσφαγές στα χρονικά της ιστορίας αλλά και αιώνια απόδειξη της ιδιοφυΐας του Αννίβα.

Στα χρονικά της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας ελάχιστες είναι εκείνες οι μάχες που νικήθηκαν αποκλειστικά με τη χρήση ενός ιδιοφυούς στρατηγήματος, που ήταν δηλαδή το προϊόν κατά βάση της ευφυΐας και της τακτικής αντίληψης ενός στρατηγού. Μεταξύ αυτών η μάχη των Καννών κατέχει μία εξέχουσα θέση.

Η τακτική ιδιοφυία του μεγάλου Καρχηδόνιου πολέμαρχου Αννίβα Μπάρκα, που είχε ήδη αποδειχτεί σε μία μεγάλη σειρά μαχών από τη νότια Ιβηρική έως την κεντρική Ιταλία, βρήκε την απόλυτη έκφρασή της σε μια σύγκρουση που έμεινε στην ιστορία ως η πρώτη πλήρης εφαρμογή της τακτικής της διπλής υπερκέρασης, μια κίνηση που θα ήταν πλέον γνωστή ως «ο ελιγμός των Καννών» και θα καθίστατο στόχος ζωής για όλους τους μεγάλους στρατιωτικούς ηγέτες της ιστορίας, που προσπάθησαν να επαναλάβουν αυτήν την εκπληκτική νίκη του Αννίβα.

Στις Κάννες ο Αννίβας αντιμετώπισε το σύνολο των δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει η πανίσχυρη πόλη-κράτος της Ρώμης, μαζί με τους δεκάδες συμμάχους και υποτελείς της από ολόκληρη την Ιταλική χερσόνησο. Ο ίδιος είχε στη διάθεση του ένα πολύ μικρότερο στράτευμα, αποτελούμενο κυρίως από Κέλτες (Γαλάτες), Ίβηρες και Αφρικανούς μισθοφόρους, με αξιωματικούς Καρχηδόνιους αλλά και μερικούς Έλληνες. Παρόλα αυτά, όχι μόνο κέρδισε τη μάχη, αλλά πέτυχε και να εξοντώσει τις δυνάμεις του αντιπάλου του.

Ο πόλεμος που έμεινε στην ιστορία ως «Β΄ Καρχηδονιακός πόλεμος» είχε ξεκινήσει μετά από τις κινήσεις του Αννίβα στην Ιβηρική, που τότε ήταν η περιοχή όπου συγκρούονταν η σφαίρα επιρροής της Καρχηδόνας με αυτήν της Ρώμης. Ο Αννίβας συγκέντρωσε ένα μεγάλο στράτευμα, πάνω από 50.000 πεζούς, 9.000 ιππείς και 37 ελέφαντες και επιχείρησε να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιταλική χερσόνησο, βάζοντας ως στόχο την καταστροφή της πηγής της Ρωμαϊκής δύναμης και την απόσπαση των συμμάχων της Ρώμης από τον εναγκαλισμό της Αιώνιας Πόλης. Παράλληλα, είχε την πεποίθηση ότι θα τον ακολουθούσαν – όπως και έγινε – οι Γαλατικές φυλές του Ιταλικού Βορρά.

Ο Αννίβας έχασε ένα μεγάλο μέρος του στρατεύματος του (περίπου το μισό) προσπαθώντας να περάσει τις Άλπεις, ωστόσο όταν βρέθηκε στην κοιλάδα του Πο αναπλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του με τους πρόθυμους Γαλάτες, που βρήκαν στο πρόσωπο του τον ηγέτη που θα τους οδηγήσει ενάντια στους Ρωμαίους εχθρούς τους και φυσικά προσβλέποντας σε πλούσιο πλιάτσικο.

Ο Αννίβας αντιμετώπισε στη συνέχεια τρεις φορές σε μεγάλες μάχες τις δυνάμεις που έστειλε ενάντιά του η Ρώμη και τις κατανίκησε στον ποταμό Τικίνο, στις όχθες του ποταμού Τρέβια και σε αυτές της λίμνης Τρασιμένης.

Μετά από αυτές τις συμφορές οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να αναδιοργανωθούν και άρχισαν ένα εντατικό πρόγραμμα εκπαίδευσης νέων λεγεώνων, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν να βρουν τους κατάλληλους ηγέτες για να αντιμετωπίσουν τον ιδιοφυή Αφρικανό. Στο μεταξύ ο Αννίβας λεηλατούσε την ύπαιθρο της Ιταλίας και προσπαθούσε να πείσει τους συμμάχους της Ρώμης να αποστατήσουν, πετυχαίνοντας όμως πολύ φτωχά αποτελέσματα.

Το 216 π.Χ. οι Ρωμαίοι θεώρησαν ότι ο κόμπος είχε φθάσει στο χτένι. Ο Αννίβας λεηλατούσε συστηματικά την Απουλία, όπου πολλοί πλούσιοι Ρωμαίοι είχαν τις περιουσίες τους και αψηφούσε με θράσος την ισχύ της Ρώμης. Η Σύγκλητος εμπιστεύτηκε τις τύχες του τεράστιου στρατού που είχε συγκεντρώσει σε δύο νέους Ύπατους, τον Κάιο Τερέντιο Βάρρο (Caius Terentius Varro) και τον Λούκιο Αιμίλιο Παύλο(Lucius Aemilius Paullus) και τους έδωσε εντολή να βρουν τον εχθρό και να τον εμπλέξουν σε μάχη κάτω από τις ευμενέστερες συνθήκες, ώστε να τον συντρίψουν και να απομακρύνουν τον κίνδυνο από τη Ρώμη.

Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, η Ρώμη είχε αποφασίσει να συγκεντρώσει ότι είχε για να το ρίξει ενάντια στο θρασύτατο Αφρικανό, σε ένα χτύπημα πραγματικά συντριπτικής ισχύος. Ουδέποτε στην ιστορία της η Ρωμαϊκή Δημοκρατία είχε μαζέψει τόσο στρατό και σε ελάχιστες περιπτώσεις στο μέλλον οι δυνάμεις που θα έριχνε σε μία μάχη θα έφταναν τον αριθμό των ανδρών που παρατάχθηκαν εκείνο το Αυγουστιάτικο πρωινό του 216 π.Χ. στην πεδιάδα των Κανών.

Η βασική μονάδα εκστρατείας του Ρωμαϊκού στρατού την περίοδο της Δημοκρατίας ήταν η «υπατική στρατιά». Αυτή αποτελούνταν από δύο λεγεώνες Ρωμαίων πολιτών, η κάθε μία περί τους 4.800 έως 5.400 πεζούς και περίπου 200 έως 300 ιππείς. Σ’ αυτούς τους 10.000 έως 11.400 άνδρες, παραδοσιακά προσκολλάτο ένα περίπου ισάριθμο τμήμα συμμαχικών δυνάμεων, που προερχόταν δηλαδή από τις πόλεις και τους λαούς που είχε κατακτήσει (με τα όπλα ή μέσω συνθηκών) η Ρώμη και τους υποχρέωνε να παραχωρούν δυνάμεις όταν τις χρειαζόταν. Συνήθως η κάθε «συμμαχική» λεγεώνα είχε περί τους 5.000 πεζούς, αλλά περισσότερους ιππείς, συνήθως από 600 έως και 800, από την αντίστοιχη Ρωμαϊκή. Δηλαδή, μία υπατική στρατιά αριθμούσε συνολικά από 20.500 έως 24.000 μάχιμους άνδρες.

Σε κάποιες περιπτώσεις που υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη και ισχυρότερος αντίπαλος, οι Ρωμαίοι έστελναν δύο υπατικές στρατιές, δηλαδή ένα σώμα από 41.000 έως 48.000 άνδρες, υπό την ηγεσία δύο Ύπατων που εναλλάσσονταν καθημερινά στην αρχιστρατηγία. Συνήθως οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν μέχρι το σημείο αυτό αντιπάλους που δεν είχαν τις δυνατότητες της Ρώμης (και των συμμάχων της) σε ανθρώπινο δυναμικό, οπότε σπάνια μία υπατική στρατιά δεν επαρκούσε για να επιφέρει υπεροχή σε αριθμούς. Ακόμη και αν ο αντίπαλος υπερείχε, περισσότερο ή λιγότερο, αυτό για τους Ρωμαίους δεν ήταν πρόβλημα, καθώς την περίοδο αυτή και μετά την εμπειρία από τους πολέμους ενάντια στον Πύρρο και την κατάκτηση των Σαμνιτών καθώς και από τον Α΄ Καρχηδονιακό πόλεμο, οι λεγεώνες είχαν παγιοποιήσει ένα τακτικό δόγμα που τις καθιστούσε ανώτερες από οποιοδήποτε άλλο βαρύ πεζικό που υπήρχε οπουδήποτε στον κόσμο.

 Μόνο οι Ελληνιστικές φάλαγγες μπορούσαν – όπως είχε αποδείξει ο Πύρρος – να αμφισβητήσουν τη Ρωμαϊκή υπεροχή, αλλά οι Ρωμαίοι ακόμη δεν είχαν ρίξει το βλέμμα τους στην Ανατολή.
Ο οπλισμός του Ρωμαίου λεγεωνάριου εξαρτιόταν από την κοινωνική τάξη του και τη θέση μέσα στο στράτευμα. Την εποχή αυτή βρισκόταν σε ισχύ το τριαδικό σύστημα. Υπό το σύστημα αυτό, η λεγεώνα χωριζόταν σε «βαρύ» και «ελαφρύ» πεζικό. Το ελαφρύ πεζικό, όπως και στην κλασσική Ελλάδα, το αποτελούσαν οι κατώτερης κοινωνικής στάθμης Ρωμαίοι και ήταν ουσιαστικά ακροβολιστές, το αντίστοιχο των Ελλήνων «ψιλών». Τα τμήματα αυτά ονομαζόταν velites (ο ελληνικός όρος που έχει επικρατήσει είναι γροσφομάχοι) ενώ ακόμη ήταν γνωστοί ως leves, rorarii ή και ferentarii. Ένα τμήμα αυτού του «κατώτερου» πεζικού που συμμετείχε μερικές φορές στις μάχες ήταν κάπως βαρύτερα οπλισμένο και ονομάζονταν antesignani.

 Στην οργάνωση της λεγεώνας οι ελαφροί πεζοί ήταν συνήθως το 1/5 του συνολικού αριθμού των ανδρών που αποτελούσαν τη λεγεώνα, δηλαδή 1.000 έως 1.200. Παρατάσσονταν μπροστά από την κυρίως παράταξη, ακροβολίζονταν, παρενοχλούσαν τους αντίπαλους με βροχή βλημάτων και συνήθως υποχωρούσαν μετά την έναρξη της μάχης πίσω ή στο πλάι των βαριά οπλισμένων που ακολουθούσαν. Ο οπλισμός τους περιορίζονταν σε ένα ή δύο ελαφρά ακόντια (hastae velitariae), ένα μικρό ξίφος και μια ελαφρά, μικρού μεγέθους ασπίδα (parma), ενώ κάποιοι ήταν οπλισμένοι με σφενδόνη. Ήταν αθωράκιστοι και δεν μπορούσαν να αντέξουν σε παρατεταμένο αγκέμαχο ενάντια σε βαρύτερα οπλισμένους αντίπαλους. Συχνά φορούσαν ελαφρό κράνος επενδυμένο με το δέρμα της κεφαλής κάποιου άγριου ζώου, αποτελώντας ένα πολύ ιδιαίτερο θέαμα.

Με τη σειρά του το «βαρύ» πεζικό χωριζόταν σε τρεις κατηγορίες: Τους «Άστατους» (Hastati) που ήταν οι νεότεροι άνδρες, με σχετικά περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και οι οποίοι αποτελούσαν την πρώτη γραμμή της κυρίως παράταξης, που ήταν διαρθρωμένη σε «σπείρες» (maniples). Οι Άστατοι ήταν οπλισμένοι για αγκέμαχο, με βαρύτερα ακόντια (μια πρώτη υλοποίηση του περίφημου ρωμαϊκού pilum), ένα ισχυρό, διπλής κόψης, κοντό σπαθί και θυρεόσχημη βαριά ξύλινη ασπίδα με μεταλλική νεύρωση και ομφαλό. Η θωράκιση τους ήταν ελαφρά και συνήθως περιοριζόταν σε μία μεταλλική πλάκα στο στήθος (καρδιοφυλακτήρας), πολύ σπανιότερα σε ελαφρά αλυσιδωτή θωράκιση και μία συνήθως περικνημίδα και φυσικά κράνος.

Στη δεύτερη γραμμή, ήταν ο πυρήνας του βαρέως πεζικού των Ρωμαίων, οι «Πρίγκιπες» όπως έχει επικρατήσει να λέγονται στην ελληνική ορολογία (principes, μία πρόσφορη μετάφραση θα ήταν οι «Πρωτεύοντες»). Επρόκειτο για τους άνδρες που βρισκόταν στην καταλληλότερη ηλικία για στρατιωτική υπηρεσία, που είχαν ήδη πρότερη εμπειρία και τις οικονομικές δυνατότητες για καλύτερη θωράκιση. Ο επιθετικός τους οπλισμός δεν διέφερε απ’ αυτόν των Άστατων, ωστόσο πολλοί από τους Πρίγκιπες φορούσαν αλυσιδωτό θώρακα (lorica hamata) που προσέφερε επαρκή προστασία σε συνδυασμό με την ποδήρη ασπίδα σε σχήμα θυρεού (το περίφημο scutum, που εξελίχθηκε αργότερα στην κυρτή ασπίδα που έχουμε συνδυάσει με τις λεγεώνες της εποχής της αυτοκρατορίας). Κάποιοι, οι λιγότερο εύποροι, διέθεταν μόνο έναν καρδιοφυλακτήρα, ενώ ελάχιστοι διέθεταν (ακριβούς) μυώδεις μεταλλικούς θώρακες. Φυσικά όλοι φορούσαν μεταλλικό κράνος. Η ανώτερη θωράκιση σε συνδυασμό με την εμπειρία και την καλή φυσική κατάσταση, καθιστούσε τους «Πρίγκιπες» μία εξαιρετικά αποτελεσματική δύναμη στα πλαίσια του ρωμαϊκού στρατού.

Στην τρίτη γραμμή της λεγεώνας πολεμούσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πολίτες, οι βετεράνοι, των οποίων η αποστολή ήταν να μπουν στη μάχη μόνο αφού εξαντλείτο η δύναμη των δύο πρώτων σειρών. Το όνομα τους ήταν Triarii ή Pili και ο οπλισμός τους διέφερε σημαντικά από τους δύο προηγούμενους σχηματισμούς, αφού ήταν ουσιαστικά οπλισμένοι στα πρότυπα των Ελλήνων οπλιτών, με βαρύ δόρυ και πολεμούσαν σε ένα σχηματισμό παρόμοιο με την οπλιτική φάλαγγα. Η θωράκισή τους ήταν παρόμοια με τον Πριγκίπων, αν και μεταξύ των Τριαρίων υπήρχαν σε χρήση περισσότεροι βαρείς μεταλλικοί μυώδεις θώρακες. Ενώ οι τάξεις των Άστατων και των Πριγκίπων αριθμούσαν τουλάχιστον περί τους 1200 έκαστη σε κάθε λεγεώνα, οι Τριάριοι ήταν κάπου 600. Συνήθως οι Ρωμαίοι διοικητές τους χρησιμοποιούσαν σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης, αφού η αποστολή τους ήταν να κρατήσουν τον αντίπαλο εφόσον είχε διασπάσει τις κύριες γραμμές μάχης και να επιτρέψουν στα άλλα βαριά τμήματα να ανασυνταχθούν πίσω τους και να εξαπολύσουν αντεπίθεση. Μάλιστα ορισμένοι Ρωμαίοι διοικητές άφηναν στους Τριάριους το καθήκον της φύλαξης τους στρατοπέδου και δεν τους ενέτασσαν στην κύρια γραμμή μάχης. Το ότι ήταν «λύση ανάγκης» φαίνεται και από το παλιό ρωμαϊκό γνωμικό «έφθασε στους Τριάριους» (ad triarios redisse), που υπονοούσε μια κατάσταση σχεδόν απελπιστική.

Τέλος, το Ρωμαϊκό ιππικό προερχόταν από τις ανώτερες τάξεις της Ρώμης, την τάξη των ιππέων (ordo equester) κατά βάση και ήταν βαριά θωρακισμένο και οπλισμένο. Η πλειοψηφία των ιππέων διέθεταν κράνος, θώρακα (πολύ συχνά μυώδη) μία ιππική ασπίδα, ξίφος και δόρυ. Μεταξύ των συμμάχων, ένα μέρος των ιππέων ήταν οπλισμένοι ελαφρύτερα, μόνο με απάρτια θώρακα και με ακόντια αντί δόρατος και πολεμούσαν ως ferentarii, αυτούς που οι Έλληνες της ίδιας εποχής ονόμαζαν Ταραντίνους, εκ των ιππέων της ελληνικής αποικίας του Τάραντα. Δηλαδή ακροβολιστές ιππείς, που παρενοχλούσαν τους αντιπάλους με βροχή ακοντίων και ήταν ιδιαίτερα χρήσιμοι στην καταδίωξη αποδιοργανωμένων αντιπάλων. Η πλειονότητα πάντως του Ρωμαϊκού και συμμαχικού ιππικού πολεμούσε ως ιππικό κρούσης και διατάσσονταν στις πτέρυγες της λεγεώνας, για να ιππομαχήσει αρχικά με το αντίπαλο ιππικό και στη συνέχεια, εφόσον επικρατήσει, να επιπέσει με ορμή στα πλευρά του αντίπαλου πεζικού. Πολύ συχνά οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τις ελληνικές τακτικές των «χάμιππων», δηλαδή της ανάπτυξης ελαφρών πεζών (στην περίπτωση αυτή velites) μεταξύ των ιππέων, για να βοηθήσουν σε περίπτωση ιππομαχίας.

Οι τακτικές του Ρωμαϊκού στρατού την εποχή της Δημοκρατίας ήταν σε γενικές γραμμές απλές – έως και απλοϊκές. Με δεδομένο ότι οι Ρωμαίοι πολίτες δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες, η κύρια τακτική ήταν η παράταξη κατά σπείρα και στη συνέχεια η κατά μέτωπο επίθεση. Η λεγεώνα ήταν ιδιαίτερα επιθετικός σχηματισμός και λόγω του οπλισμού αλλά και της τακτικής διάρθρωσης, είχε μεγάλη ευκινησία και δυνατότητα προσαρμογής. Τη μάχη άνοιγαν οι γροσφομάχοι με βροχή βλημάτων και αφού αυτοί αποσύρονταν, προωθούνταν οι βαριοί πεζοί με πρώτους τους Άστατους, οι οποίοι έριχναν τα pila τους σε δύο ομοβροντίες και επιτίθονταν με τα ξίφη τους. Εφόσον δεν κατόρθωναν να διασπάσουν το εχθρικό μέτωπο με την πρώτη, υποχωρούσαν με τάξη κατά σπείρα και περνούσαν πίσω από τους Πρίγκιπες, που αναλάμβαναν την επίθεση. Κατά κανόνα η μάχη κρινόταν σε αυτό το σημείο, ωστόσο σε κάποιες περιπτώσεις οι Πρίγκιπες δεν κατόρθωναν να επικρατήσουν, οπότε υποχωρούσαν πίσω από τους Τριάριους και οι τελευταίοι αναγκάζονταν να συγκρατήσουν την ορμή των εχθρών μέχρι να ανασυνταχθούν οι άλλες δύο γραμμές και να επιπέσουν ξανά επί των αντιπάλων.

Πιο περίπλοκες τακτικές, που περιλάμβαναν πλαγιοκοπήσεις, συγκέντρωση δυνάμεων, ανισοβαρή ανάπτυξη και διάφορα στρατηγήματα, εφαρμόσθηκαν από ικανούς Ρωμαίους στρατηγούς που διέθεταν ένα στράτευμα για αρκετό καιρό στην διάθεσή τους και είχαν τη δυνατότητα να το εκπαιδεύσουν σε τέτοιους ελιγμούς. Κατά το Β΄ Καρχηδονιακό πόλεμο αυτό έτεινε να παγιοποιηθεί και όσο η Ρωμαϊκή Επικράτεια επεκτεινόταν, τόσο περισσότερο διάστημα έμεναν υπό τα όπλα οι Ρωμαίοι πολίτες και τόσο πληρέστερη στρατιωτική εκπαίδευση λάμβαναν. Με το πέρας του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου ο Ρωμαϊκός στρατός ήταν γενικά ο καλύτερα εκπαιδευμένος στον «γνωστό κόσμο».

Αυτή ήταν η δομή του ρωμαϊκού στρατού τον καιρό αυτό. Η Σύγκλητος για την αντιμετώπιση του Αννίβα είχε ήδη «ξοδέψει» δύο υπατικές στρατιές, οπότε οι κεφαλές της Ρώμης δεν σκόπευαν να υποπέσουν ξανά στο ίδιο λάθος και να στείλουν δυνάμεις που δεν υπερείχαν αποφασιστικά. Στο πλαίσιο αυτό, αποφάσισαν ο στρατός που θα αντιμετώπιζε τον Καρχηδόνιο πολέμαρχο στην τελική σύγκρουση να μην περιλαμβάνει απλώς δύο υπατικές στρατιές, αλλά δύο διπλασιασμένες υπατικές στρατιές.

Ανάλογα με την πηγή που δεχόμαστε ως πλέον αξιόπιστη, οι Ρωμαίοι που παρατάχθηκαν στην πεδιάδα των Κανών, αριθμούσαν συνολικά από 79.000 έως 86.000. Εξ αυτών περίπου 10.000 – σε αυτό συμφωνούν όλες οι πηγές – παρέμειναν στο στρατόπεδο, οπότε ενάντια στον Αννίβα στην πεδιάδα των Κανών, καθώς ξημέρωνε η 2α Αυγούστου του 216 π.Χ. παρατάχθηκαν περίπου 69.000 έως 76.000 άνδρες. Ήταν το ισχυρότερο στράτευμα που είχε συγκεντρώσει ως τότε η Ρώμη και οι δύο Ύπατοι δεν έκρυβαν την αισιοδοξία τους. Πίστευαν ότι μέχρι το ηλιοβασίλεμα ο Καρχηδόνιος θα είχε πέσει στα χέρια τους και η απειλή που αντιπροσώπευε για την αιώνια πόλη θα ήταν παρελθόν.

Αν η Ρώμη ήταν μια ολιγαρχία με δημοκρατική επίφαση και πολίτες με πλήρεις υποχρεώσεις (στράτευση κλπ.), η Καρχηδόνα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: μια καθαρόαιμη ολιγαρχία, που βάσιζε την στρατιωτική της ισχύ όχι στον αριθμό των ένοπλων πολιτών που μπορούσε να κινητοποιήσει, αλλά στο άφθονο χρυσάφι που μπορούσε να διαθέσει για να στρατολογήσει τεράστιους αριθμούς μισθοφόρων.

Η Καρχηδόνα είχε παλιότερα αντιγράψει – όπως άλλωστε και οι Ιταλοί, μεταξύ αυτών και οι Ρωμαίοι – το πρότυπο του Έλληνα οπλίτη, το οποίο μετέφεραν στη Δύση οι άποικοι της «Μεγάλης Ελλάδας» (Νότιος Ιταλία και Σικελία). Στις παλιότερες αυτές εποχές το κύριο σώμα στρατού που μπορούσε να κινητοποιήσει η πόλη-κράτος Καρχηδόνα ήταν οι ένοπλοι πολίτες της. Στην πορεία και με δεδομένο ότι ο Φοινικικός πληθυσμός της Καρχηδόνας δεν επαρκούσε για ένα πραγματικό στράτευμα πολιτών, άρχισαν να προσλαμβάνονται και μισθοφόροι, οι οποίοι στρατολογούνταν από τους Λίβυους και τους άλλους λαούς της Βορείου Αφρικής.

Στην πορεία η Καρχηδόνα, που στο μεταξύ είχε δημιουργήσει μια απέραντη εμπορική αυτοκρατορία, απέκτησε ένα ουσιαστικά πλήρως μισθοφορικό στράτευμα, με ελάχιστα τμήματά του να προέρχονται από τη Μητρόπολη (για μεγάλο χρονικό διάστημα μόνο ο «Ιερός Λόχος» των νεαρών Καρχηδόνιων ευγενών αναφέρεται ως Φοινικικό πεζικό, ενώ υπήρχε και ανάλογο ιππικό σώμα). Από ένα σημείο και μετά οι Φοίνικες ήταν μόνο οι αξιωματούχοι και μόνο ορισμένοι εξ αυτών υπηρετούσαν ως βαρύ ιππικό. Ήδη από τον 4ο αιώνα η στράτευση των Καρχηδόνιων δεν ήταν υποχρεωτική, αφού η επέκταση της εμπορικής αυτοκρατορίας μεγάλωνε τις ανάγκες για διοικητικούς υπαλλήλους και έμπορους σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο.

Ο στρατός του Αννίβα είχε όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός Καρχηδονιακού στρατού της περιόδου της μεγάλης επέκτασης της Καρχηδόνας, εκτός από ένα, την ανομοιογένεια. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Αννίβα ήταν η δημιουργία ενός συμπαγούς και «ελέγξιμου» στρατεύματος από το συνονθύλευμα των μισθοφόρων και επίστρατων που αποτελούσαν το στρατό του.

Δηλαδή, στη μάχη των Κανών ο Αννίβας παράταξε ένα ετερογενές στράτευμα, που αποτελείτο κυρίως από μισθοφόρους και σύμμαχους, αν και στην «καρδιά» του βρισκόταν ένας αριθμός επίστρατων, τόσο Καρχηδόνιων όσο και – κυρίως – Λίβυων και άλλων Αφρικανών.
Το ελαφρύ πεζικό του Αννίβα αποτελείτο από τους Ίβηρες, τους Κέλτες και τους Νουμίδες. Μεταξύ των Ιβήρων βρίσκουμε αρκετούς σφενδονήτες (κυρίως από τις Βαλεαρίδες) και μεταξύ των Νουμιδών μερικούς τοξότες. Οι υπόλοιποι ελαφροί πεζοί ήταν κυρίως ακοντιστές και «πελταστές».

Το βαρύ πεζικό του Αννίβα αποτελούσαν οι Κέλτες και Ίβηρες βαριά οπλισμένοι πεζοί, οι Λίβυοι και οι Καρχηδόνιοι. Οι Κέλτες και οι Ίβηρες ήταν οπλισμένοι βάσει των φυλετικών τους προτύπων και αποτελούσαν το χαμηλότερης ποιότητας μέρος του βαρέως πεζικού. Αντίθετα, οι Αφρικανοί (Λίβυοι, Καρχηδόνιοι) ήταν το επίλεκτο τμήμα του στρατεύματος και ήταν οπλισμένοι στα ελληνομακεδονικά πρότυπα (με μακριά δόρατα και μικρές ασπίδες), ενώ κάποια τμήματα ενδεχομένως έφεραν οπλιτική εξάρτηση. Σύμφωνα με κάποιες από τις πηγές, το μεγαλύτερο μέρος των Αφρικανών επανεξοπλίστηκαν με Ρωμαϊκά όπλα μετά από τις νίκες στην Τρέβια και την Τρασιμένη, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειοψηφία των ανδρών του Αννίβα είχαν αποκτήσει και θώρακες, συνέπεια αυτών των αναμετρήσεων με τους Ρωμαίους.

Η μεγάλη δύναμη του Καρχηδονιακού στρατεύματος ήταν το ιππικό του. Σε αυτό δέσποζε το ελαφρύ ιππικό των Νουμιδών, περί τους 2.000 στην εκστρατεία του Αννίβα, πιθανότατα το καλύτερο του είδους του στον Μεσογειακό κόσμο την εποχή αυτή. Οι γηγενείς Καρχηδόνιοι που συμμετείχαν στις εκστρατείες της χώρας τους επάνδρωναν ένα αξιόλογο βαρύ ιππικό, αλλά δεν φαίνεται να διέθετε τέτοιους ο Καρχηδόνιος στις Κάνες, ενώ το Κελτικό και Ιβηρικό ιππικό ήταν η μεγάλη μάζα των ιππέων του Αννίβα.

Όσον αφορά στους αριθμούς, το στράτευμα που παράταξε ο Αννίβας στις όχθες του Οφίδιου ποταμού, που διατρέχει την πεδιάδα των Κανών όπου έγινε η μάχη, υστερούσε σημαντικά έναντι αυτού των Ρωμαίων. Κατά πάσα πιθανότητα ο Αννίβας διέθετε περίπου 30.000 βαριά οπλισμένους πεζούς, εξ αυτών μόλις 12.000 περίπου ήταν Λίβυοι και Καρχηδόνιοι, οπλισμένοι με μακριά δόρατα. Οι υπόλοιποι ήταν Κέλτες και Ίβηρες. Κυρίως Κελτίβηρες ήταν και οι ελαφροί πεζοί, αλλά μεταξύ των 8.000 περίπου που διέθετε ο Αννίβας υπήρχαν και κάποιοι Αφρικανοί (κυρίως Νουμίδες). Το ιππικό του Αννίβα υπερείχε του Ρωμαϊκού, αφού διέθετε περί τους 10.000 ιππείς, Νουμίδες, Κέλτες και Ίβηρες, ενώ πιθανότατα υπήρχαν ελάχιστοι Καρχηδόνιοι ιππείς της ανώτερης τάξης (αξιωματούχοι), μαζί με κάποιους Έλληνες μισθοφόρους. Από κάποιες πηγές αναφέρονται τουλάχιστον δύο Έλληνες ανώτεροι αξιωματικοί των δυνάμεων του Αννίβα, ο Σπαρτιάτης Σώσιλος, που ήταν μαζί με τον Ασδρουβάλ ο διοικητής του Κελτο-Ιβηρικού ιππικού στην αριστερή πλευρά του στρατεύματος στη μάχη και ο Σικελιώτης (κατ’ άλλες πηγές επίσης Σπαρτιάτης) Σίλενος. Αξίζει να αναφερθεί ότι και οι δύο αυτοί Έλληνες έγραψαν για την εκστρατεία του Αννίβα και τη μάχη των Κανών και αποτελούν μία από τις κύριες πηγές για τον Πολύβιο που έγραψε λίγα χρόνια αργότερα για τα γεγονότα. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος θα έριχνε ο Αννίβας ενάντια στην συγκεντρωμένη ισχύ της Ρώμης, σε μια μάχη που έλπιζε ότι θα έκρινε υπέρ αυτού τον πόλεμο στον οποίο είχε εμπλακεί.

Οι Ρωμαίοι αντιμετώπισαν τη μάχη με τη συνήθη γενναιότητα, άγνοια κινδύνου και συνάμα το πρακτικό πνεύμα που τους χαρακτήριζε. Η αισιοδοξία ξεχείλιζε και αυτό είναι φανερό τόσο στις πράξεις των Ρωμαίων πριν τη μάχη όσο και στον λόγο του Αιμίλιου Παύλου με τον οποίο προσπάθησε να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Ο Παύλος δε δίστασε – στο λόγο του που διασώζει ο Πολύβιος – να μιλήσει για τις ήττες που υπέφεραν οι Ρωμαίοι από τον Αννίβα στις προηγούμενες μάχες. «Ποτέ μέχρι τώρα», είπε στους ανυπόμονους στρατιώτες, «οι δύο Ύπατοι πήγαν μαζί στη μάχη και ποτέ δεν παρέταξαν άριστα εκπαιδευμένους στρατιώτες (…) Όμως τώρα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Και οι δύο Ύπατοι βρίσκονται με το στρατό. Και όχι μόνο είναι προετοιμασμένοι να μοιραστούν τον κίνδυνο, αλλά παρότρυναν και τους Ύπατους της προηγούμενης χρονιάς να παραμείνουν και να λάβουν μέρος στη μάχη. Και οι άνδρες όχι μόνο έχουν δει τα άρματα, την τάξη και τους αριθμούς του εχθρού, αλλά ενεπλάκησαν και σε καθημερινές σχεδόν μάχες μαζί τους τα τελευταία δύο χρόνια (…) θα ήταν περίεργο, ή μάλλον αδύνατο, εκείνοι που σε διάφορες αψιμαχίες, όπου οι αριθμοί των δύο πλευρών ήταν περίπου ίσοι και κατάφεραν να βγουν νικητές, όταν συγκεντρώνονται όλοι μαζί και είναι διπλάσιοι στον αριθμό από τον εχθρό, να ηττηθούν».

Και ο γενναίος Ρωμαίος στρατηγός κατέληξε με μία επωδό που έμεινε στην ιστορία: «Μπείτε σε αυτή τη μάχη με την πεποίθηση ότι η χώρα σας σε αυτήν δεν διακινδυνεύει έναν αριθμό λεγεώνων, αλλά την ίδια την ύπαρξή της. Γιατί δεν έχει τίποτε να προσθέσει σε ένα τέτοιο στράτευμα για να πετύχει τη νίκη αν η μέρα πάει ενάντια σε μας. Όλη της η εμπιστοσύνη και η δύναμη βρίσκεται μαζί σας, όλες οι ελπίδες της για ασφάλεια βρίσκονται στα χέρια σας».
Ο Αιμίλιος έκανε λάθος σε πολλά σημεία, αλλά δεν θα ζούσε για να το διαπιστώσει.
Ο Αννίβας επιδείκνυε τη συνηθισμένη του σιγουριά για το αποτέλεσμα, η οποία ήταν προϊόν όχι μόνο της αυτοπεποίθησής του, αλλά και της επίγνωσης ότι οι Ρωμαίοι φαίνονταν για μία ακόμη φορά ανυπόμονοι να πέσουν στην παγίδα του, όπως είχαν κάνει στην Τρέμπια και στην Τρασιμένη.

Αυτό φάνηκε και από τη δική του ομιλία προς τους άνδρες του την παραμονή της μάχης. «Ποια καλύτερη χάρη θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους θεούς, αν όχι να πολεμήσουμε σε ένα τέτοιο πεδίο, με την υπεροχή σε ιππικό που έχουμε; Πρώτα λοιπόν, να ευχαριστήσετε τους Θεούς, γιατί έφεραν τον εχθρό σε αυτή τη χώρα, διότι έχουν σχεδιάσει τη νίκη για μας. Και στη συνέχεια σε μένα, γιατί έπεισα τους εχθρούς να πολεμήσουν – γιατί δεν μπορούν να συνεχίσουν να το αποφεύγουν – και να πολεμήσουν σε ένα μέρος που παρουσιάζει τόσα πλεονεκτήματα για μας (…). Με τις νίκες σας στις προηγούμενες μάχες, γίνατε κάτοχοι της χώρας και του πλούτου της, όπως ακριβώς σας υποσχέθηκα. Ήμουν πάντα ειλικρινής σε ότι σας είπα. Αλλά η μάχη αυτή είναι για τις πόλεις και τα πλούτη που αυτές περιέχουν. Και αν νικήσετε, ολόκληρη η Ιταλία θα είναι στο έλεός σας (θα είστε) Κύριοι του πλούτου της Ρώμης, με αυτή τη μάχη θα γίνετε οι ηγέτες και άρχοντες του κόσμου. Αυτή είναι η ώρα για πράξεις, όχι λόγια. Με την ευλογία του θεού είμαι πεπεισμένος ότι θα εκπληρώσω όλες μου τις υποσχέσεις αυτή τη στιγμή!»

Τα μεγάλα λόγια των διοικητών των στρατευμάτων σκόπευαν στην ενίσχυση του ηθικού των ανδρών και στην δημιουργία ενός κλίματος που θα έφερνε τη νίκη. Ωστόσο στη Ρωμαϊκή πλευρά κάποια σύννεφα έσκιαζαν τη γενική αισιοδοξία, κάποιες διαφωνίες μεταξύ Παύλου και Βάρρου. Οι δύο Ρωμαίοι στρατηγοί δεν ήταν ιδιαίτερα έμπειροι ή ικανοί και το ότι βρισκόταν αντίπαλοι της μεγαλύτερης τακτικής ιδιοφυίας της εποχής αναδείκνυε ακόμη περισσότερο τη σχετική ανεπάρκειά τους. Οι ίδιοι, τουλάχιστον ο Παύλος, φαίνεται ότι είχαν συναίσθηση αυτής της σχετικής ανεπάρκειας, αν και παράλληλα είχαν εμπιστοσύνη στην υπεροχή του Ρωμαίου λεγεωνάριου σε οπλισμό, εκπαίδευση και – κυρίως – ηθικό, καθώς οι Ρωμαίοι πολεμούσαν για την πατρίδα, για τα σπίτια και τις οικογένειές τους, αντίθετα με τους μισθοφόρους του Αννίβα που πολεμούσαν για το πλιάτσικο και τον αρχηγό τους.

Αν και συνήθως στους Ρωμαϊκούς στρατούς ο κάθε Ύπατος ήταν επικεφαλής των δικών του λεγεώνων, στην περίπτωση αυτή σύμφωνα και με τις δύο κύριες πηγές για τη μάχη – τον Έλληνα Πολύβιο και τον Ρωμαίο Λίβιο – οι δύο Ύπατοι εναλλάσσονταν κάθε μέρα στην αρχιστρατηγία, όπως ήταν λ.χ. η συνήθεια στους Ελληνικούς στρατούς των πόλεων-κρατών της κλασσικής εποχής.

Ο Παύλος ζωγραφίζεται από τις πηγές ως ο πιο «φρόνιμος» από τους δύο, ενώ ο Βάρρος ως πιο παρορμητικός και βίαιος. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο «φρόνιμος» θα αποδεικνυόταν και γενναίος, ενώ αντίθετα ο «ορμητικός» θα μεταβαλλόταν σε «δειλό».

Πριν τη μάχη, ωστόσο, ο Παύλος φαίνεται ότι είχε καταλάβει ότι ο στρατός τους, ο ισχυρότερος που μπορούσε να διαθέσει η ένδοξη πόλη της Ρώμης, βάδιζε σε μία παγίδα του Αννίβα, ο οποίος είχε προσεκτικά επιλέξει το πεδίο της μάχης και τη συγκυρία της σύγκρουσης. Ο Παύλος προσπάθησε να αποφύγει τη μάχη και να πείσει τον Βάρρο ότι θα έπρεπε να επιλέξουν οι ίδιοι το χρόνο (ίσως και τον τόπο, αν και η κατοχή από τον Αννίβα των Κανών δεν άφηνε πολλά περιθώρια) της σύγκρουσης. Αντίθετα, ο Βάρρος επιθυμούσε να οδηγήσει τις λεγεώνες στο πεδίο της δόξας, να εκδικηθεί τους νεκρούς της Τρέβιας, της Τρασιμένης και των άλλων συγκρούσεων όπου ο Αννίβας και οι μισθοφόροι του είχαν συντρίψει τις Ρωμαϊκές δυνάμεις, να κερδίσει φήμη και αναγνώριση για τον εαυτό του και την οικογένειά του.

Ο Βάρρος άρχισε να προωθεί το στράτευμα, παρά τις αντιρρήσεις του Παύλου, με αποτέλεσμα οι ελαφρές δυνάμεις – ιππικό και «ψιλοί» – του Αννίβα να πέσουν πάνω τους ενώ βρισκόταν ακόμη σε διάταξη πορείας και να προκαλέσουν σημαντική σύγχυση και σποραδικές απώλειες, έως ότου οι Ρωμαίοι οργανώθηκαν και υπό την ηγεσία του Βάρρου απέκρουσαν την επίθεση των δυνάμεων της Καρχηδόνας και καταδίωξαν τους αντίπαλους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πρώτης αψιμαχίας φαίνεται να ατσάλωσε ακόμη περισσότερη την πεποίθηση τους ότι θα συντρίψουν τις δυνάμεις του Αννίβα, ενώ και οι αντιρρήσεις του Παύλου άρχισαν να υποχωρούν μπροστά στη γενική αποφασιστικότητα και στην συντριπτική υπέρ των Ρωμαίων ισορροπία των δυνάμεων. Καθώς έπεφτε η νύχτα, το ηθικό των Ρωμαίων βρισκόταν στο ζενίθ.

Την επομένη ο Αιμίλιος Παύλος – που ήταν ξανά επικεφαλής – μη θέλοντας να δώσει άμεσα μάχη αλλά επιθυμώντας να ελέγξει την κατάσταση, συνέχισε να κάνει σοβαρά λάθη. Προχώρησε στη διάσπαση του στρατεύματός του, δημιουργώντας δύο στρατόπεδα, ένα σε κάθε όχθη του Οφίδιου. Στην όχθη όπου βρισκόταν ο όγκος του στρατεύματος του Αννίβα, ίσως μόλις 2 χιλιόμετρα πιο μακριά, στρατοπέδευσαν τα 2/3 του Ρωμαϊκού στρατού, ενώ στην άλλη όχθη το 1/3. Σύμφωνα με τον Πολύβιο, η αποστολή του δεύτερου αυτού στρατοπέδου ήταν να προστατεύσει τις γραμμές ανεφοδιασμού και επικοινωνιών των Ρωμαίων και να παρενοχλεί αυτές των Καρχηδόνιων.

Ο Αννίβας θεωρούσε ότι όλα τα σημάδια ήταν ευνοϊκά και είχε ήδη καταστρώσει τα σχέδιά του. Παρατηρώντας τις κινήσεις των Ρωμαίων στα στρατόπεδά τους, παράταξε το στρατό του για μάχη δίπλα στην όχθη του ποταμού, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τους αντιπάλους του. Ο Αιμίλιος, «πονηρεμένος» σχετικά με τις ικανότητες του δαιμόνιου Καρχηδόνιου και θεωρώντας ότι πρέπει ο ίδιος να υπαγορεύσει τις συνθήκες της μάχης – πιθανότατα πιστεύοντας ότι ο Αννίβας βιάζεται διότι δεν έχει επαρκή εφόδια – απόφυγε να παρατάξει το στρατό του, αλλά περιορίστηκε να ενισχύσει τις φρουρές και των δύο στρατοπέδων. Ο Αννίβας κατάλαβε κάποια στιγμή ότι ο αντίπαλός του δεν «τσίμπησε το δόλωμα» και αποσύρθηκε στο δικό του στρατόπεδο, αφού ανέθεσε σε αποσπάσματα Νουμιδών ιππέων να παρενοχλούν τους Ρωμαίους που προσπαθούσαν να μεταφέρουν νερό στα στρατόπεδα από τον ποταμό.

Επρόκειτο για άλλη μία καλά υπολογισμένη κίνηση για να προκαλέσει ακόμη περισσότερη αγανάκτηση μεταξύ των Ρωμαίων και να τους παρασύρει σε μάχη. Σύντομα ο Βάρρος θα του έκανε τη χάρη…

Ο Βάρρος είχε πάρει τις αποφάσεις του και είχε πείσει μερικώς και τον Παύλο. Καθώς ξημέρωνε η επόμενη μέρα, οι Ρωμαίοι άρχισαν να βγαίνουν από τα στρατόπεδά τους και να παρατάσσονται για μάχη. Πρώτα πήραν τις θέσεις τους οι άνδρες του κύριου στρατοπέδου και στη συνέχεια εκείνοι από το δεύτερο, που βρισκόταν στην αντίπερα όχθη του Οφίδιου. Το μεγαλύτερο από μία σειρά λαθών του Βάρρου και του Παύλου, έλαβε χώρα ακριβώς σε αυτό το σημείο. Η δύναμη των Ρωμαίων ήταν η σαφής αριθμητική και ποιοτική υπεροχή που απολάμβαναν έναντι του στρατού που οδηγούσε ο Αννίβας. Για να εκμεταλλευτούν αυτήν την υπεροχή, η σύνεση και η λογική υπαγόρευαν να «ανοίξουν» το μέτωπο της παράταξής τους όσο επέτρεπε η τοποθεσία, να ενισχύσουν τις πτέρυγες (όπου το ιππικό τους ήταν υποδεέστερο, αριθμητικά και ποιοτικά, από το αντίστοιχο του Αννίβα) και να προσπαθήσουν να κάνουν τον Αννίβα να λεπτύνει υπερβολικά τη γραμμή του για να καλύψει όλο το μέτωπο τους. Με τον τρόπο αυτό, θα είχαν μερικώς εξασφαλίσει ότι η υπεροχή του λεγεωνάριου σε οπλισμό, πειθαρχία και εκπαίδευση, θα μπορούσε να αντιπαρέλθει οποιουδήποτε στρατηγήματος ήταν δυνατό να «εφεύρει» ο νους του Αννίβα.

Όμως οι Ρωμαίοι διοικητές έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Η παράταξη των Ρωμαίων ήταν απλή. Ο κύριος όγκος του στρατεύματος, που αποτελούσαν οι βαρείς πεζοί του τριαδικού συστήματος (Άστατοι, Πρίγκιπες και Τριάριοι) παρατάχθηκαν σε τρεις επάλληλες γραμμές, όπως συνήθιζαν οι Ρωμαίοι διοικητές. Δεν είναι ξεκάθαρο αν μπροστά τους τοποθετήθηκαν, όπως συνηθίζεται, οι ελαφρείς (velites) πεζοί, ωστόσο κατά πάσα πιθανότητα κάτι τέτοιο έγινε, σε περιορισμένη έκταση, καθώς οι Ρωμαίοι είχαν αφήσει περί τους 7.500 ελαφρούς πεζούς μαζί με 2.500 περίπου βαρείς πεζούς στα δύο στρατόπεδα, για να τα φρουρούν – αυτό συνηθιζόταν στην εποχή αυτή, άλλωστε και ο Αννίβας είχε αφήσει περί τους 4.000 (8.000 σύμφωνα με κάποιες πηγές) άνδρες να καλύπτουν το δικό του στρατόπεδο. Στη μονολιθική Ρωμαϊκή γραμμή παρατάχθηκαν περί τους 55.000 βαρείς πεζούς καθώς και ακόμη 8.000 ελαφρύτερα οπλισμένοι.

Οι λεγεώνες βρίσκονταν υπό την διοίκηση των δύο Ύπατων της προηγούμενης χρονιάς, του Μάρκου Ατίλιου και του Γκνάϊου Σερβίλιου. Στις δύο πτέρυγες, οι Ρωμαίοι έταξαν το ιππικό τους. Το Ρωμαϊκό ιππικό, οι «equites», παρατάχθηκαν στην πλευρά του ποταμού, στο ρωμαϊκό δεξί κέρας, υπό την ηγεσία του Παύλου. Ο Βάρρος ανέλαβε το ιππικό της αριστερής πλευράς, όπου βρισκόταν 4.000 Ρωμαίοι και σύμμαχοι ιππείς. Η παράταξη του ιππικού, που μάλιστα δεν ενισχύθηκε με μεγάλο αριθμό «ψιλών» όπως γινόταν ενίοτε, υπονοεί ότι οι Ρωμαίοι απλά σκόπευαν να κρατήσουν τις πτέρυγες, έως ότου το πεζικό πετύχει τη διάρρηξη της αντίπαλης παράταξης.

Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι δημιούργησαν μία παράταξη που θεωρούσαν ότι θα εκμεταλλευόταν ακριβώς το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι έχουν βαρύτερο οπλισμό και γνωρίζουν να πολεμούν παραταγμένοι, ενώ παράλληλα το σκεπτικό τους ήταν εξαιρετικά απλοϊκό: Ήταν πεπεισμένοι ότι θα μπορούσαν να διασπάσουν με ευκολία το αντίπαλο κέντρο και κάτω από το βάρος της κρούσης των λεγεώνων το στράτευμα του Αννίβα θα διαλύονταν.

Από την πλευρά του ο Αννίβας είχε εντελώς διαφορετικές σκέψεις πριν τη μάχη. Γνώριζε πολύ καλά ότι ευθεία αντιπαράθεση των δύο δυνάμεων σε μια μάχη φθοράς, θα ευνοούσε αποφασιστικά τους Ρωμαίους. Αυτό που έπρεπε να εκμεταλλευτεί ήταν αφενός η υπεροχή του ιππικού του και αφετέρου η αυξημένη ευελιξία των δυνάμεών του – φυσικά και η ανεπάρκεια των Ρωμαίων στρατηγών απέναντί του.

Και οι δύο αντίπαλοι είχαν στόχο όχι απλώς τη νίκη, αλλά την εξόντωση του αντιπάλου. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν ότι αυτό θα το πετύχαιναν μέσω της ισχυρής κρούσης και της διάσπασης του αντίπαλου σχηματισμού.

Αντίθετα, εκεί που η Ρωμαϊκή τακτική αποσκοπούσε στη διάσπαση του κέντρου του, ο Αννίβας προσέβλεπε στην περικύκλωση του αντιπάλου, την παγίδευσή του ανάμεσα σε πολλαπλές δυνάμεις και συνακόλουθα την καταστροφή του. Η παράταξη του ήταν διατεταγμένη αριστοτεχνικά για να πετύχει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα και κάθε λεπτομέρεια φαίνεται να ενισχύει αυτήν την άποψη.

Η παράταξη του πεζικού κάλυπτε σε εύρος μετώπου το αντίστοιχο των Ρωμαίων. Στο κέντρο είχαν διαταχθεί οι Ίβηρες και Γαλάτες πεζοί του, περί τους 20.000. Εκατέρωθεν τους πήραν θέση οι επίλεκτοι Αφρικανοί πεζοί, τους οποίους ο Αννίβας είχε επανεξοπλίσει – σύμφωνα με τον Πολύβιο – με τα λάφυρα από τις προηγούμενες συγκρούσεις με τους Ρωμαίους. Συνολικά 12.000, από 6.000 αριστερά και δεξιά. Μπροστά από αυτούς πήραν θέση οι «ψιλοί» (σφενδονήτες, τοξότες και ακοντιστές) του Αννίβα, οι οποίοι αφού εξακόντιζαν βροχή βλημάτων θα περνούσαν στις πτέρυγες για να συμμετάσχουν στον ελιγμό κύκλωσης που σχεδίαζε.

Το ιππικό διατάχθηκε με έναν τρόπο που εξυπηρετούσε απόλυτα τα σχέδιά του. Αντί να το διαθέσει ισομερώς στις δύο πτέρυγες ή, ακόμη πιο φυσιολογικά, να ενισχύσει το αριστερό πλευρό του, απέναντι από το ισχυρό δεξιό πλευρό των Ρωμαίων, ο Αννίβας έταξε 8.000 Κέλτες και Ίβηρες ιππείς στα αριστερά του υπό τον Ασδρουβάλ και τον Σώσιλο και στα αριστερά άφησε μόνο τους 2.000 ελαφρούς Νουμίδες ιππείς υπό τον Άννωνα. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε ότι η ιππομαχία στο αριστερό πλερό θα κερδιζόταν και οι Νουμίδες ήταν απόλυτα ικανοί να καθυστερήσουν, με τις τακτικές ακροβολισμού που χρησιμοποιούσαν, το Ρωμαϊκό ιππικό απέναντί τους, έως ότου ενισχυθούν από το νικηφόρο (όπως περίμενε) Κελτιβηρικό τμήμα. Το γεγονός ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, καταδεικνύει τη μοναδική τακτική ιδιοφυία του Καρχηδόνιου πολέμαρχου.

Η παράταξη του Αννίβα είχε μια ιδιαιτερότητα: οι Κέλτες και Ίβηρες πεζοί που ήταν διατεταγμένοι στο κέντρο, βρισκόταν σε προωθημένη θέση σε σχέση με τους Λίβυους και Καρχηδόνιους στα πλάγια. Το τι ακριβώς σήμαινε αυτό, οι Ρωμαίοι θα το έβλεπαν αμέσως μετά την έναρξη της μάχης.

Όταν ολοκληρώθηκε η παράταξη και οι τακτικές κινήσεις, οι δύο στρατοί άρχισαν να κινούνται. Όπως συνηθιζόταν, η μάχη άνοιξε με την αψιμαχία των «ψιλών» κάτω από την κάλυψη των οποίων προωθούντο τα κύρια στρατεύματα. Οι Ρωμαίοι, υπό την καθοδήγηση των αξιωματικών τους, ξεκίνησαν με ορμή για να συναντήσουν το συνοθύλευμα των «βαρβάρων» του Αννίβα. Ο ήλιος του μεσοκαλόκαιρου έλαμπε στα αριστερά τους και αντικαθρεφτιζόταν στα νερά του Οφίδιου, ο οποίος πριν τελειώσει η μέρα, θα μετέφερε τόνους αίματος αντί για καθαρό νερό.

Μέσα σε σιωπή που διακόπτονταν μόνο από τα παραγγέλματα των αξιωματικών, οι Ρωμαίοι προχωρούσαν συντεταγμένα. Είχαν παραταχθεί σε πύκνωση, αφήνοντας το μισό πλάτος σε χώρο ελιγμού για τον κάθε στρατιώτη απ’ ότι συνηθίζεται. Και αυτή η παράταξη ήταν ένας τρόπος μεγιστοποίησης της ισχύος κρούσης της λεγεώνας, με σκοπό τον αφανισμό των αντιπάλων. Σχεδόν ώμο με ώμο οι Ρωμαίοι και οι Ιταλιώτες σύμμαχοί τους προχωρούσαν με σταθερό βήμα προς τους Καρχηδόνιους. Το ιππικό προωθούνταν μαζί τους και σύντομα ξεχύθηκε μπροστά για να συναντήσει τους Καρχηδόνιους.

Στην πλευρά του Αννίβα κάτι παράξενο συνέβαινε. Οι ελαφρά οπλισμένοι ψιλοί αφού έστειλαν μερικές ομοβροντίες βλημάτων, αποσύρθηκαν πίσω από την κύρια γραμμή των Καρχηδόνιων, όμως οι Κέλτες και Ίβηρες του κέντρου ξεκίνησαν με ορμή να συναντήσουν τους Ρωμαίους, ενώ αντίθετα οι Αφρικανοί εκατέρωθέν τους στέκονταν ακίνητοι στις θέσεις τους.

Με ουρανομήκεις πολεμικές κραυγές, οι Γαλάτες και οι Ίβηρες ξεχύθηκαν μπροστά και κραδαίνοντας οι μεν τα μακρά κελτικά σπαθιά και οι δε τα κοντά, αμφίστομα ισπανικά, έπεσαν πάνω στους λεγεωνάριους. Το θέαμα ήταν παράδοξο, αφού στο κέντρο των παρατάξεων οι αντίπαλοι συγκρούονταν, ενώ οι πτέρυγες δεν είχαν εμπλακεί! Οι Ρωμαίοι σάστισαν, όμως η ανώτερη εκπαίδευση και οπλισμός των λεγεωνάριων τους έδινε τοπικά την υπεροχή. Καθώς όμως το κέντρο των Καρχηδονίων, που τώρα απλωνόταν σα μία βεντάλια, εμπλέκονταν, η γραμμή των Ρωμαίων άρχισε να χάνει τη συνοχή της, αφού περισσότεροι Ρωμαίοι εκατέρωθεν του κέντρου προσπαθούσαν να εμπλακούν στη μάχη. Ουσιαστικά με τον τρόπο που είχε ανοίξει η  μάχη, ο Αννίβας προσπαθούσε – και πετύχαινε! – να οδηγήσει τους Ρωμαίους να «φορτώσουν» το δικό τους κέντρο, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το εύρος του μετώπου τους.

Την ίδια ώρα στις πτέρυγες, το ιππικό έδινε τη δική του μάχη. Στην πλευρά του Παύλου (ο Λίβιος παραδίδει ότι ο Ύπατος τραυματίστηκε από βλήμα σφενδόνης με την έναρξη της μάχης, ενώ αντίθετα ο πιο αξιόπιστος Πολύβιος ότι ο Παύλος τραυματίστηκε στην εξέλιξη της μάχης) το υπέρτερο ιππικό Γαλατών και Ιβήρων υπερίσχυσε γρήγορα. Η μάχη εξελίχθηκε ουσιαστικά σε μια πεζομαχία με έφιππους άνδρες, καθώς η αρχική κρούση έφερε τους αντιπάλους σώμα με σώμα. Πολλοί ξεπέζεψαν και άρχισαν να μάχονται με αγριότητα και αποφασιστικότητα. Οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους πολυπληθείς αντιπάλους τους και ο Ασδρουβάλ κυνήγησε τα υπολείμματά τους κατά μήκος της όχθης του Οφίδιου, κατακόβοντας όσους προλάβαινε. Όταν το ιππικό σώμα των Ρωμαίων έπαψε να αποτελεί απειλή, πέρασε πίσω από την παράταξη των λεγεώνων και με μία εντυπωσιακή κίνηση έπεσε πάνω στο ιππικό του Ρωμαϊκού δεξιού, το οποίου χρονοτριβούσε έχοντας απέναντί του τους ταχύτατους και ευέλικτους Νουμίδες.

Η μάχη όμως θα κρινόταν με το πεζικό. Οι Κέλτες και Ίβηρες πεζοί, κάτω από την ηγεσία του ίδιου του Αννίβα, που στέκονταν ακριβώς πίσω τους και με κραυγές και βρισιές προσπαθούσε να τους ελέγξει ώστε να μη διαλυθούν κάτω από την συντριπτική κρούση των πανίσχυρων λεγεώνων, άρχισαν να οπισθοχωρούν πολεμώντας σκληρά.

Σιγά, σιγά, το μισοφέγγαρο άλλαξε προσανατολισμό, καθώς οπισθοχωρούσαν μέτρο προς μέτρο. Αντί για μία εξέχουσα, τώρα μεταβλήθηκε σε μία εισέχουσα. Στην πραγματικότητα, μεταβλήθηκε σε μία παγίδα θανάτου, που θα εξόντωνε τον ανθό της Ρώμης.

Οι Ρωμαίοι προχωρούσαν σταθερά, πετσοκόβοντας τους Κελτίβηρες, αν και πλέον ήταν τόσο συμπτυγμένοι που δύσκολα μπορούσαν να κινηθούν. Ολόκληρη η ρωμαϊκή παράταξη είχε συμπτυχθεί στα 2/3 σχεδόν του αρχικού της πλάτους και οι λεγεωνάριοι πλέον δεν είχαν τον παραμικρό χώρο να ελιχθούν. Στο σημείο αυτό, στα εκτεθειμένα πλευρά των Ρωμαίων εμφανίστηκαν οι Αφρικανοί του Αννίβα και άρχισαν να πιέζουν τις λεγεώνες ακόμη περισσότερο!

 Δίχως χώρο για να ελιχθούν, κουρασμένοι από την κοπιώδη προώθησή τους, οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν τώρα τις «φρέσκες» δυνάμεις που αποτελούσαν το εκλεκτότερο τμήμα των πεζών του Αννίβα. Την ίδια στιγμή άρχισε να ελαφραίνει η πίεση των Ρωμαίων στο κέντρο των Καρχηδονίων, οπότε οι οπισθοχωρούντες Κελτίβηρες ξεχύθηκαν ξανά μπροστά και έπεσαν με ορμή πάνω στους σαστισμένους Ρωμαίους! Την ώρα αυτή οι περισσότεροι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι είχε συμβεί. Τη μία στιγμή φαινόταν να είναι κυρίαρχοι του πεδίου, πίεζαν τους Καρχηδόνιους και σκότωναν εκατοντάδες από τους αντιπάλους τους, καταδιώκοντας τους με πάθος και τη σιγουριά της νίκης. Την επόμενη στιγμή, όλη η ορμή της κρούσης είχε χαθεί και τώρα, στη ζέστη του μεσημεριού της Απουλίας, τέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα του χαμού.

Η μάχη είχε εξελιχθεί σε μια σειρά προσωπικών μονομαχιών και οι Καρχηδόνιοι, με περισσότερο χώρο για να ελιχθούν, αποκτούσαν το πάνω χέρι. Οι «ψιλοί» του Αννίβα ενίσχυσαν τις πτέρυγες, περνώντας στο πλάι των Αφρικανών πεζών και παγιδεύοντας τους Ρωμαίους σε έναν κλοιό θανάτου. Όμως, ακόμη υπήρχε ένα άνοιγμα, μια ελπίδα για τους Ρωμαίους, αρκεί αυτοί να είχαν τη δυνατότητα να υποχωρήσουν με τάξη. Ο κλοιός δεν είχε κλείσει και οι Ρωμαίοι μπορούσαν να υποχωρήσουν προς τα πίσω. Μπορούσαν όμως;

Αυτό θα κρινόταν από το ιππικό. Ο Ασδρουβάλ με τους Γαλάτες και Ίβηρες ιππείς επέπεσε στους Ρωμαίους και Ιταλιώτες των οποίων ηγούνταν ο Βάρρος. Η ορμή της κρούσης ήταν τέτοια ώστε το ιππικό του Βάρρου διαλύθηκε άμεσα. Ο ίδιος ο Βάρρος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, την ώρα μάλιστα που το πεζικό του φαινόταν ότι είχε το πάνω χέρι. Αντίθετα, ο Παύλος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στο πεδίο της μάχης, κάτι που ο Αννίβας θα του αναγνώριζε και θα τον έθαβε με τιμές την επομένη. Για την ώρα ο Ασδρουβάλ συγκράτησε τους άνδρες του από το να αναλωθούν στην καταδίωξη του ηττημένου εχθρού, αφήνοντας τους ταχύτατους Νουμίδες να ολοκληρώσουν την καταστροφή του αποδιοργανωμένου Ρωμαϊκού ιππικού. Οι άνδρες του Ασδρουβάλ κατευθύνθηκαν προς τα πίσω, προς την πεζομαχία και τον κλοιό θανάτου που κατάπινε σιγά, σιγά των ανθό της Ρωμαϊκής νεολαίας, για να κλείσει το τελευταίο άνοιγμα και να στερήσει από τις λεγεώνες τη μοναδική διέξοδο διαφυγής.

Πολλοί αρχαίοι μελετητές της μάχης απόρησαν με την επιλογή αυτή, καθώς θεωρούσαν ότι ένας παγιδευμένος εχθρός, που δεν έχει ελπίδα διαφυγής, πολεμά πολύ καλύτερα και σκληρότερα, με τη δύναμη της απελπισίας. Για το λόγο αυτό, όλοι οι ελιγμοί περικύκλωσης αφήνουν ένα περιθώριο διαφυγής, πραγματικό ή πλασματικό.

Αυτό δεν ίσχυε στον ελιγμό του Αννίβα. Η δική του διπλή υπερκέραση ήταν απόλυτη και δεν άφηνε στους Ρωμαίους το παραμικρό περιθώριο διαφυγής. Ο Αννίβας δεν ήθελε απλώς να νικήσει τους Ρωμαίους, επιθυμούσε να καταστρέψει ολοκληρωτικά τη δύναμη της Αιώνιας Πόλης, εξοντώνοντας το σύνολο του στρατού που μπορούσε να παρατάξει.

Καθώς το ιππικό του Ασδρουβάλ έπεφτε στα νώτα της Ρωμαϊκής παράταξης, έγινε φανερό ότι η πεδιάδα των Κανών δεν ήταν παρά μια πελώρια παγίδα που θα τραβούσε στο χαμό όλους τους Ρωμαίους! Οι μισθοφόροι του Αννίβα βρισκόταν πλέον σε κατάσταση παροξυσμού, έχοντας περικυκλώσει τους αντιπάλους τους απ’ όλες τις πλευρές, χτυπώντας τους με ότι διέθεταν και σφάζοντας τους αλύπητα.

Οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν να αντισταθούν, αλλά τίποτε δεν πήγαινε καλά. Είχαν συμπιεστεί σε πολύ λιγότερο χώρο απ’ ότι χρειάζονταν να κινηθούν, δεν είχαν πλέον καμία ορατότητα, οι αξιωματικοί τους είχαν χαθεί και το μόνο που έβλεπαν γύρω τους ήταν θάνατος! Κατά μόνας ή κατά «σπείρα», οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν άγριους Κέλτες φυλέτες, αποφασισμένους Ίβηρες και πάνοπλους Αφρικανούς που τους εξόντωναν δίχως να επιδεικνύουν τον παραμικρό οίκτο. Ήταν μια μνημειώδης σφαγή και οι Ρωμαίοι ήταν τα θύματα της. Ο ίδιος ο Αννίβας μαζί με τους αξιωματικούς του συνέχιζε για ώρες να πιέζει τους άνδρες του να μην εγκαταλείψουν τη σφαγή και να μην δεχθούν την παράδοση των Ρωμαίων. Η παγίδα του Καρχηδόνιου είχε λειτουργήσει τέλεια και το αποτέλεσμα ήταν η εξόντωση του Ρωμαϊκού στρατεύματος.

Το μέγεθος της σφαγής που συντελέστηκε κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο της Απουλίας ήταν ασύλληπτο. Ποτέ μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχε ηττηθεί στρατός τόσο απόλυτα και τόσο τελεσίδικα και ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν συναντηθεί τόσο μεγάλοι στρατοί στο πεδίο της μάχης.
Η πεδιάδα των Κανών μεταβλήθηκε μέσα σε μία μέρα σε έναν κόκκινο βάλτο, από το αίμα των χιλιάδων πεσόντων στη μάχη. Κομένα μέλη και πτώματα ήταν διασπαρμένα σε μια τεράστια έκταση, μέχρι εκεί που έφθανε το μάτι. Οι επιζώντες περπατούσαν σε ένα βούρκο που είχε σχηματιστεί από την ανάμιξη του χώματος με το αίμα των νεκρών. Τα νερά του Οφίδιου είχαν κυριολεκτικά βαφτεί κόκκινα.

Δεκάδες χιλιάδες νεκροί κείτονταν στην πεδιάδα των Κανών και τα κόκαλα τους θα άσπριζαν για πολλές δεκαετίες κάτω από τον ήλιο της Ιταλίας. Ο στρατός του Αννίβα έχασε μόλις 6.500 άνδρες, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Κέλτες και Ίβηρες πεζοί, το «δόλωμα» του Αννίβα για την τρομερή παγίδα της διπλής υπερκέρασης.

Οι υπόλοιποι ήταν Ρωμαίοι και σύμμαχοι! Από το τεράστιο στράτευμα, το οποίο αριθμούσε από 80.000 έως 86.000 άνδρες, μόλις 15.000 αποφύγανε τη σφαγή ή την αιχμαλωσία. Οι άνδρες του Αννίβα προς το βράδυ, όταν πλέον είχαν κουραστεί από την πολύωρη σφαγή, αιχμαλώτισαν περί τους 3.000 άνδρες, οι περισσότεροι σύμμαχοι των Ρωμαίων. Τους τελευταίους ο Αννίβας τους απελευθέρωσε, όπως συνήθιζε, αντίθετα με τους Ρωμαίους αιχμάλωτους. Από τους 15.000 που κατάφεραν να φύγουν από το πεδίο της μάχης, όσοι ήταν Ρωμαίοι πολίτες και επέστρεψαν στην αιώνια πόλη, οργανώθηκαν σε δύο λεγεώνες και στάλθηκαν στη Σικελία να υπηρετήσουν το υπόλοιπο της θητείας τους, σε μια σαφή χειρονομία απαξίωσης ενός ηττημένου στρατεύματος! Οι περισσότεροι από τους επιζώντες ήταν τα μέλη της φρουράς των δύο στρατοπέδων και οι ελαφροί πεζοί, αφού από τη στιγμή που έκλεισε ο κλοιός γύρω από τις λεγεώνες ελάχιστοι μπόρεσαν να διαφύγουν.

Ο Τερέντιος Βάρρος όχι μόνο έγινε δεκτός με τιμές στη Ρώμη, αλλά είχε και μια αξιοσημείωτη πολιτική σταδιοδρομία τα επόμενα χρόνια, έως το θάνατό του λίγο μετά το 200 π.Χ.
Μεταξύ των αμέτρητων Ρωμαίων νεκρών – όπως τους καταγράφει ο Λίβιος – ήταν 109 από την ανώτερη κοινωνική τάξη, συγκλητικοί και μέλη της Ρωμαϊκής Συγκλήτου. Οι επιπτώσεις από τη σφαγή των Κανών ώθησαν το ανθρώπινο δυναμικό της Ρώμης στα όριά του. Αφού έγινε γνωστή η τρομακτική τύχη του τεράστιου στρατεύματος, ατέλειωτος θρήνος ξέσπασε στη Ρώμη. Κυριολεκτικά δεν υπήρχε ούτε ένα σπίτι, ούτε μια οικογένεια που να μην είχε χάσει στις Κάνες ένα ή και περισσότερα μέλη της. Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί των γυναικών και οι οργισμένες κραυγές των ανδρών ήταν για πολλές μέρες το μόνο που ακούγονταν σε μία πόλη που υπέφερε τη μεγαλύτερη καταστροφή της ιστορίας της.

Όμως οι Ρωμαίοι επέδειξαν απίστευτο κουράγιο, προσαρμοστικότητα και ευελιξία. Αφού διαπίστωσαν ότι ο Αννίβας, αντίθετα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, δεν βάδισε ενάντια στην πόλη, άρχισαν να οργανώνονται ξανά. Δημιούργησαν νέες λεγεώνες, από 16χρονους και 17χρονους Ρωμαίους πολίτες, απελεύθερους σκλάβους και μονομάχους και άρχισαν τις διπλωματικές κινήσεις και την προετοιμασία για μια παρατεταμένη εκστρατεία ενάντια στις δυνάμεις τους Αννίβα. Ένας από τους νεαρούς ευγενείς Ρωμαίους που συμμετείχαν στη μάχη αλλά γλίτωσαν τη σφαγή, ο Πούμπλιος Κορνήλιος Σκίπιο, έμελλε να γίνει ο τιμωρός του Αννίβα – η ιστορία τον κατέγραψε ως τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό, νικητή της Ζάμα και κατακτητή της Καρχηδόνας. Λίγα χρόνια μετά τις Κάνες, οι Ρωμαίοι είχαν αντιστρέψει την εικόνα και είχαν μετατρέψει τη συντριπτική ήττα τους σε μία μεγαλειώδη νίκη, με την οποία έβαλαν οριστικά τέλος στην ιμπεριαλιστική δύναμη της Καρχηδόνας.

Ο νικητής των Κανών θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους στρατηγούς της ιστορίας. Αν και ήταν άτυχος όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των εκστρατειών του, η τακτική του ιδιοφυία δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί.

Ο Αννίβας γεννήθηκε το 247 π.Χ. στην Καρχηδόνα. Το όνομά του στη γλώσσα του ήταν Hanba’al που σημαίνει "Χάρη" ή "Ευχή" του Μπάαλ. Ο τελευταίος είναι ο κύριος θεός του Φοινικικού πανθέου και η λατρεία του ήταν από τις πλέον αιματηρές, αφού «απαιτούσε» ανθρωποθυσίες.

Η Αννίβας ήταν μάρτυρας, σε τρυφερή ηλικία, της ταπείνωσης της Καρχηδόνας στα χέρια των Ρωμαίων κατά τη διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου, που σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της πανίσχυρης εμπορικής αυτοκρατορίας των Φοινίκων της Δύσης.

Ο πατέρας του, Χάμιλκαρ Μπάρκα, ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους Καρχηδόνιους ηγέτες, ιδιαίτερα όσον αφορά στα πολεμικά πράγματα και μέγιστος εχθρός της Ρώμης. Σε αυτό το πλαίσιο αποδίδεται και ο «όρκος του Αννίβα», αφού – όπως διασώζουν Ρωμαϊκές πηγές – ο Χάμιλκαρ έβαλε τον Αννίβα να ορκιστεί ότι θα μισεί για πάντα τους Ρωμαίους.

Μαζί με τον πατέρα του ο Αννίβας μετοίκησε στις κτήσεις της Καρχηδόνας στην Ισπανία, όπου είδε τον Χάμιλκαρ να πεθαίνει το 229 π.Χ. Περίπου την εποχή αυτή ο Αννίβας άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα στρατιωτικά πράγματα και οκτώ χρόνια μετά, όταν ο διάδοχος του Χάμιλκαρ, Ασδρουβάλ, δολοφονείται, ο Αννίβας ανακηρύσσεται ηγέτης των Καρχηδόνιων στην Ισπανία. Βάζει στόχο του την κατάκτηση της Ιβηρικής, αλλά η προσπάθειά του θα φέρει την Καρχηδόνα σε σύγκρουση με τη Ρώμη για μία ακόμη φορά.

Η αφορμή για τον Β΄ Καρχηδονιακό πόλεμο δόθηκε με την κατάληψη από τον Αννίβα του Σάγουντα και τα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι τις Κάνες. Μετά τις Κάνες ο Αννίβας δεν θέλησε να πολιορκήσει τη Ρώμη – για λόγους που ακόμη και σήμερα μοιάζουν θολοί – αλλά συνέχισε την τακτική του πολέμου φθοράς, στην οποία ήταν μοιραίο ότι δεν μπορούσε να αντέξει επ’ αόριστον, τόσο μακριά από τη χώρα του και από τις βάσεις στρατολόγησής του.

Ο Αννίβας παρέμεινε για μερικά χρόνια ακόμη στην Ιταλία και συνέχισε να νικά τους Ρωμαίους όπου τους έβρισκε, ωστόσο η «νέα πολιτική» της αιώνιας Πόλης ήταν μια αντιγραφή της στρατηγικής του Αννίβα: Μετέφερε τον πόλεμο στην χώρα του εχθρού, δηλαδή στο κύριο πεδίο στρατολόγησης μισθοφόρων, την Ιβηρική, αλλά και την Αφρική και την ίδια την Καρχηδόνα.

Το 203 π.Χ. ο Αννίβας είχε την ευκαιρία να συναντήσει στο πεδίο της μάχης, έξω από τις πύλες της Καρχηδόνας, στη Ζάμα, έναν στρατηγό σχεδόν ισάξιό του, τον περίφημο Σκιπίωνα τον Αφρικανό.
Η συντριβή του στρατεύματος του Αννίβα σήμανε το οριστικό τέλος της Καρχηδόνας ως εμπορικής αυτοκρατορίας, αν και ο Αννίβας προσπάθησε να αναστυλώσει το κύρος της πατρίδας του με έξυπνες διπλωματικές κινήσεις και οικονομικές μεταρρυθμίσεις λίγα χρόνια μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο προκάλεσε τη μήνη των προυχόντων της Καρχηδόνας που τον κατέδωσαν στους Ρωμαίους. Για να γλιτώσει στη ζωή του, κατέφυγε στην αυλή του Αντίοχου του Μέγα, του Έλληνα βασιλιά της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, αλλά και εκεί έγινε μάρτυρας της συντριβής των δυνάμεων του Αντίοχου από τους Ρωμαίους στη μάχη της Μαγνησίας (στην οποία δε συμμετείχε).

Ο επόμενος σταθμός της Οδύσσειας του Αννίβα ήταν η αυλή του Αρταξία, τέως σατράπη του Αντίοχου, ενώ το μικρό βασίλειο της Βιθυνίας στη βορειοδυτική Μικρά Ασία έμελλε να είναι ο τελευταίος του σταθμός. Οι Ρωμαίοι απαίτησαν να τους παραδοθεί και ο Αννίβας προτίμησε να πάρει δηλητήριο και να πεθάνει, το 182 π.Χ.

Το σχέδιο μάχης του Αννίβα δεν ήταν απλά αριστοτεχνικό – ήταν η τελειότητα αποτυπωμένη σε μία μάχη που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η πλέον άψογη εφαρμογή του ελιγμού της διπλής υπερκέρασης που κατόρθωσε ποτέ κάποιος στρατηγός.


Μέχρι και τις μέρες μας, αμέτρητοι ηγέτες έχουν προσπαθήσει να πετύχουν έναν παρόμοιο ελιγμό. Αρκετοί το έχουν κατορθώσει, αλλά κανείς με την τελειότητα του Αννίβα, με δεδομένη και την αριθμητική υστέρηση των δυνάμεών του έναντι των Ρωμαϊκών!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφιερώστε ένα λεπτό και κάντε κλίκ στις διαφημίσεις μας.